Μοκέτες – Πληροφορίες

Οι μοκέτες φτιάχνονται κύρια από ίνα polyamide (PA) ή από ίνα polypropylene (PP).

Η πολυαμιδική (PA) μοκέτα έχει κάποια σημαντικά οφέλη. Η πολυαμιδική ίνα έχει μεγαλύτερη αντοχή στη χρήση και καθαρίζει ευκολότερα. Ακόμη, η πολυαμιδική μοκέτα έχει καλύτερη επαναφορά ίνας έπειτα από καταπόνηση (π.χ. πόδι τραπεζιού), κάνοντας την πιο ανθεκτική.

Από την άλλη, μοκέτες με ίνα πολυπροπυλενίου (PP) είναι πιο οικονομικές λύσεις, πολλές φορές πετυχαίνοντας πολύ καλό λόγο τιμής προς ποιότητα. Όταν μας ενδιαφέρει μία οικονομική μοκέτα για χρήση στο σπίτι, είτε όταν πρόκειται για χρήση σε χώρο με ελαφριά επαγγελματική χρήση, όπου δεν υπάρχει επαγγελματική καταπόνηση (καρέκλες με ροδάκια κυριότερα, αλλά και χώροι συνεχούς και πυκνής βάδισης), η μοκέτα πολυπροπυλενίου είναι μια πολύ καλή λύση.

Υπάρχουν κάποιες προκαθορισμένες κατηγορίες χρήσης βάσει ευρωπαϊκής νόρμας, οι οποίες χαρακτηρίζουν τις μοκέτες (και τα δάπεδα γενικότερα). Κάθε μοκέτα από άποψη αντοχής είναι κατάλληλη για οικιακή χρήση, αλλά για επαγγελματικό χώρο πρέπει να δώσουμε σημασία στον αν έχει τις επιπλέον κατάλληλες προδιαγραφές.

Οι κατηγορίες είναι:

31 – ελαφριά επαγγελματική χρήση
32 – βαριά επαγγελματική
33 – πολύ βαριά επαγγελματική

Έτσι, αν πρόκειται για επαγγελματικό χώρο, προτείνεται μοκέτα με κατηγορία χρήσης 32 ή 33. Η κατηγορία χρήσης 32 είναι υπεραρκετή με κριτήριο αντοχή/οικονομία.

Το βάρος μίας μοκέτας είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, καθότι είναι συνυφασμένο με την ποιότητα και αντοχή της μοκέτας. Το συνολικό βάρος δεν είναι τόσο σημαντικό όσο σημαντικό είναι το βάρος πέλους, δηλαδή πόσο βάρος υλικού υπάρχει πάνω από το υπόστρωμα (ενώ το συνολικό βάρος είναι μαζί με το υπόστρωμα). Μία μοκέτα με περισσότερο βάρος πέλους, έχει περισσότερο υλικό, και είναι πιο ανθεκτική. Πρέπει να δοθεί προσοχή όμως ότι αυτό εξαρτάται και από την πυκνότητα της μοκέτας.

Η πυκνότητα της μοκέτας μετριέται σε κόμπους ανά τετραγωνικό μέτρο και είναι και πάλι σημαντικός παράγοντας ποιότητας της μοκέτας, μιας και μία μοκέτα με μεγαλύτερη πυκνότητα πλέξης θα έχει μεγαλύτερη αντοχή στην καταπόνηση. Οι επαγγελματικές μοκέτες είναι πάντα πυκνά υφασμένες για να αντέχουν στη χρήση σε χώρους με καρέκλες με ροδάκια.

Το πάχος της μοκέτας είναι το χαρακτηριστικό το οποίο συνήθως ελέγχει εύκολα ο αγοραστής καθώς είναι το πιο άμεσα αντιληπτό. Όπως όμως αναφέρουμε παραπάνω δεν είναι ο σημαντικός παράγοντας στην αγοραστική διαδικασία αγοράς μοκέτας.

Αν η μοκέτα πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε υπνοδωμάτιο στο σπίτι σας, τότε να προτιμήσετε παχιά μοκέτα για να έχετε πιο μαλακό πάτημα. Αν θέλετε να βάλετε μοκέτα στην κουζίνα σας, τότε μία μοκέτα μεσαίου πάχους είναι η κατάλληλη. Αν όμως πρόκειται για μοκέτα σε γραφειακό χώρο, τότε οι επαγγελματικές μοκέτες είναι πάντα χαμηλού πάχους πέλους και συμπαγή δομή ενώ το υπόστρωμα τους είναι συνθετική λινάτσα (action back), για να αντέχουν στην καταπόνηση από τις καρέκλες με ροδάκια και για να είναι εύκολο στους χρήστες των καρεκλών να κυλούν τις καρέκλες πάνω στη μοκέτα.

Κάθε μοκέτα έχει κάποια προδιαγραφή που αφορά στην αντιστατικότητά της. Όταν περπατάμε πάνω στη μοκέτα και, αναλόγως το υλικό των παπουτσιών μας αλλά και της υγρασίας του χώρου, δημιουργείται μία συσσώρευση στατικού ηλεκτρισμού πάνω στο σώμα μας. Όταν, στη συνέχεια, αγγίξουμε κάποιο μεταλλικό αντικείμενο (μεταλλική κουπαστή σκάλας, πόμολο πόρτας), ο στατικός αυτός ηλεκτρισμός εκφορτίζεται δημιουργώντας μία κάπως δυσάρεστο αίσθηση.

Όταν η εκφόρτιση αυτή είναι <2kV, φορτίο ανεπαίσθητο στο ανθρώπινο σώμα και αντίληψη, τότε η μοκέτα έχει την προδιαγραφή ως αντιστατική.

Αλλά και για την ακαυστότητα κάθε μοκέτας, οι προδιαγραφές δίνονται με τους παρακάτω χαρακτηρισμούς, βάσει ευρωπαϊκής νόρμας.

  • Bfl-s1 (βραδύκαυστο)
  • Cfl-s1 (βραδύκαυστο)
  • Dfl-s1 (εύφλεκτο)
  • Efl-s1 (εύφλεκτο)

Οι επαγγελματικές μοκέτες υψηλής ποιότητας είναι Bfl-s1 ή Cfl-s1, πράγμα που τις κατατάσσει στην κατηγορία των «βραδύκαυστων». Βραδύκαυστη χαρακτηρίζεται μία μοκέτα η οποία παύει να καίγεται όταν απομακρυνθεί η πηγή της φωτιάς. Αν δηλαδή πλησιάσουμε φλόγα (π.χ. αναπτήρα) σε μία βραδύκαυστη μοκέτα, τότε αυτή θα μαυρίσει και θα καεί τοπικά. Όταν όμως απομακρύνουμε τον αναπτήρα, αυτή αμέσως θα σταματήσει να καίγεται και δεν θα διατηρήσει φλόγα.

Η αντίστοιχη παλαιότερη προδιαγραφή που χρησιμοποιείτο για τις βραδύκαυστες μοκέτες ήταν ο Γερμανικός DIN Κανονισμός Β1.

Η μοκέτα σε κάθε χώρο βελτιώνει και τις ηχητικές ιδιότητες (κτύπου, βάδισης αλλά και ανάκλασης), κάτι που μετριέται σε dB.